Gemma Hansson Carbone

Ο Ευαγγελισμός της Κασσάνδρας
του Δημήτρη Δημητριάδη

Δεν θα σας μιλήσω για το τέλος


Με το τέλος όλα τελειώνουν


Τα γεγονότα του παρελθόντος και εκείνα που έπρεπε να ειπωθούν


έχουν συμβεί και έχουν ειπωθεί.


Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από εδώ


Επιθυμήστε και τολμήστε


Είναι ώρα


Είναι ώρα να είναι ώρα


Μπροστά σας θα βρίσκομαι εγώ


Δ.Δ.


Μετά από πολυετή έρευνα πάνω στο εμβληματικό Πεθαίνω σαν χώρα του Δημήτρη Δημητριάδη, η Τζέμα Χάνσον Καρμπόνε συνεχίζει τη δημιουργική της συνομιλία με το έργο του συγγραφέα, παρουσιάζοντας φέτος στο Φεστιβάλ τον Ευαγγελισμό της Κασσάνδρας. Σε αυτό, η Ιταλοσουηδή ηθοποιός και σκηνοθέτρια εισχωρεί βαθύτερα στο σύμπαν του Δημητριάδη –ενός συγγραφέα που αξιοποιεί τη δύναμη των λέξεων και της φωνής ως εργαλεία επίκλησης και αφύπνισης– ενσαρκώνοντας η ίδια το κείμενο σε ένα φωνητικό και σωματικό γεγονός όπου τα πάντα μετατρέπονται σε ύμνο.

Η Κασσάνδρα, στο έργο, δεν είναι πλέον η καταραμένη προφήτις ενός απρόσιτου μέλλοντος, καταδικασμένη να μην γίνει πιστευτή. Γίνεται η φύλακας, η φωνή και το σώμα ενός ριζικά νέου κόσμου όπου τα αντίθετα συμφιλιώνονται, όπου η άρνηση υποχωρεί και στη θέση της αναδύεται η επιθυμία ως δημιουργική δύναμη. Στην προσέγγιση της σκηνοθέτιδας, το κείμενο ενσαρκώνεται μέσα από τη φωνή, την αναπνοή και την κίνηση, ενώ το σώμα μοιάζει να είναι ο τόπος όπου πεθαίνει και αναγεννιέται ο λόγος. Όπως σημειώνει η ίδια η σκηνοθέτις, «η λέξη δεν είναι ποτέ κάτι που απαγγέλλεται, αλλά μια ουσία που τη διασχίζεις».

Μέσα από κυκλικές ακολουθίες που αναζητούν νέα βαρυτικά επίπεδα και αρχαίους κινησιολογικούς τύπους, η χορογράφος Γκλόρια Ντορλιγκούτσο και η Τζέμα Χάνσον Καρμπόνε διαμορφώνουν μια σωματικότητα που ταλαντεύεται ανάμεσα σε ανισορροπίες και χιασμούς, μεταφέροντας επί σκηνής την ένταση ανάμεσα στη γένεση και την καταστροφή, τον έρωτα και την άρνηση, το παρελθόν και το παρόν.

Η σκηνογραφία των Αλεσάντρο Παντζαβόλτα και Φραντσέσκο Τέντε οργανώνει έναν ανοιχτό και εμβυθιστικό σκηνικό τόπο, τον ‘Κόσμο του Τώρα’, όπου η Κασσάνδρα και οι θεατές συνυπάρχουν σε ένα περιβάλλον φωτός, αντανάκλασης και ηχητικής διάχυσης. Το τεράστιο ύφασμα που την περιβάλλει λειτουργεί ως επέκταση του κοστουμιού και της σκηνικής εγκατάστασης: ένα ‘δεύτερο δέρμα’ που απλώνεται προς το κοινό και το ενσωματώνει στον χώρο της παράστασης. Η φωνή της διατρέχει τον χώρο ως δύναμη που υπερνικά τα φυσικά όρια του σώματος – ενός σώματος που ανασαίνει μέσα στον λόγο και ταυτόχρονα τον υπερβαίνει.

Η Κασσάνδρα, ύστερα από αιώνες σιωπής και δυσπιστίας, ξαναβρίσκει τη φωνή της, όχι για να γίνει πιστευτή, αλλά για να ακουστεί· και μας προσκαλεί να κατοικήσουμε σε έναν κόσμο που αναγεννιέται μέσα από την ποίηση, την κίνηση και την επιθυμία.