Sergey Khismatov

Video Ensemble

C_Music NOW


Πριν περίπου έξι χρόνια –όταν ο πλανήτης είχε αποσυρθεί σε μια ιδιότυπη νάρκη λόγω της πανδημίας του Covid-19– ο Ρώσος συνθέτης και καλλιτέχνης Σεργκέϊ Κισμάτοφ επινόησε έναν νέο οπτικοακουστικό μορφότυπο, τον οποίο βάφτισε “Video Ensemble”. Σε αυτό το μέσο, συνδύασε την αγάπη του για τη χωρική διάχυση του ήχου με την κινούμενη εικόνα, δημιουργώντας μικρές ή πιο μεγάλες οπτικοακουστικές ριπές που ρουφούν τις αισθήσεις και γεννούν στιγμιαία νοήματα. Παρά την επίπονη φύση της διαδικασίας –καθώς προϋποθέτει χειρουργικές επεμβάσεις σε κατά βάση ανεπεξέργαστο υλικό– αυτό που χαρακτηρίζει κυρίως τα video ensembles είναι ένα πνευματώδες και ‘αυθάδες’ μπρίο, που ανακαλεί τον αφορισμό του αγαπημένου του Μάρκ Τουέιν: «Το γέλιο είναι το σημαντικότερο όπλο που διαθέτουμε ως άνθρωποι και αυτό που χρησιμοποιούμε λιγότερο».

Στην εγκατάστασή του στην Πειραιώς 260, ο Κισμάτοφ παρουσιάζει τρία δείγματα αυτής της κοπτικής τέχνης. Στο POLITUNES, απομονώνει φωνητικές αμηχανίες ή λεκτικούς μετεωρισμούς πολιτικών, δικτατόρων και λαϊκιστών σε ζωντανές τους ομιλίες, φτιάχνοντας μια μικροσύνθεση όπου το ξεκαρδιστικό αγκαλιάζεται με το ανατριχιαστικό. Το υλικό του SUONO POVERO είναι μια χορωδία από σκουπίδια –ήχοι που παράγoνται από τσακισμένες συσκευασίες, απορρίμματα σε σακούλες και, εν γένει, αντικείμενα λίγο πριν την τελική τους απόσυρση από τον κύκλο της ζωής και της κατανάλωσης– σε ένα συμπυκνωμένο σχόλιο πάνω στη βιωσιμότητα και τον οικολογικό αφανισμό, που προδίδει επιπλέον την επιρροή της Arte Povera στην καλλιτεχνική του πρακτική. Στο έργο ROTONDA, ο Κισμάτοφ ζήτησε από φίλους του απ’ όλον τον κόσμο να του στείλουν ηχογραφήσεις με πόρτες που τρίζουν. Το γοερό κελάηδισμα που παράγεται από το άνοιγμα και το κλείσιμό τους ανακαλεί την ίδια τη χειρονομία της αποδοχής ή του αποκλεισμού, ένα οδυνηρό κλείσιμο του ματιού στις παγκόσμιες ροές μετανάστευσης και στον πολιτισμό της ανοχής και της ενσυναίσθησης.

Όλα αυτά τα videos δεν είναι ηχητικές ιδιοτροπίες ή ομφαλοσκοπήσεις, αλλά αυτόνομα και ουσιαστικά έργα φτιαγμένα και βγαλμένα μέσα από την ανήσυχη κουζίνα ενός συνθέτη που αξιοποιεί όλο το φάσμα και τις δυναμικές της σύνθεσης: το κρεσέντο, το φορτίσιμο, το πιανίσιμο, την κινησιολογία μιας ορχήστρας, ένα ευρύ κρουστικό λεξιλόγιο και, κυρίως, το λεξιλόγιο του θορύβου. Αν όλα αυτά φαίνονται ζαλιστικά, μην ανησυχείτε: αυτή είναι η γεύση του εικοστού πρώτου αιώνα.